Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Φύλακας των Μεγάλων Θεών

Διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη

Τι ξέρουμε για τη Σαμοθράκη; Λίγα πράγματα. Ότι είναι ένα μακρινό νησί, με υπέροχη άγρια φύση, τεράστια πλατάνια και καρυδιές, ορμητικούς καταρράκτες, υπέροχες ακρογιαλιές, νόστιμο κρέας κατσικιών και βέβαια το ιερό των Μεγάλων Θεών. Βέβαια είναι λίγο δύσκολο να φτάσεις εκεί, αλλά και η φύση και οι άνθρωποι θα σε αποζημιώσουν.
Μιλήσαμε με έναν απλό στρατιώτη-υπερασπιστή της ελληνικότητας. Πρόκειται για έναν φύλακα αρχαιοτήτων, γύρω στα 80 του σήμερα, που από τα 15 του χρόνια δούλεψε με τους αρχαιολόγους της Αμερικανικής Σχολής, ο οποίοι έχουν ανασκάψει το νησί. Όλη η ζωή του λεβέντη αυτού γέροντα αποπνέει εργατικότητα, τιμιότητα και αγάπη για τα αρχαία και τον τόπο του. Ας τον ακούσουμε:

Ονομάζομαι Δημήτριος Βασδέκης, γεννήθηκα στη Χώρα της Σαμοθράκης το 1928. Ο πατέρας μου ήταν μελισσοκόμος και η μητέρα μου νοικοκυρά. Είμαστε τρία αδέλφια, δύο μεγαλύτερες αδελφές και γω. Από 13 ή 15 περίπου χρονών, ήρθα εδώ στην Παλιάπολη όταν ήρθαν οι Αμερικάνοι με τον Λέμαν ν' αρχίσουν τις ανασκαφές και με πήραν. Εγώ δούλευα όπως χρειαζόταν. Δεν χάζευα όπως άλλοι. Το ωράριό μας ήταν από τις 7 το πρωί μέχρι τις 12, μετά φαγητό και λίγος ύπνος περίπου για τρεις ώρες και το απόγευμα μέχρι τις 6. Αυτό γινόταν κάθε καλοκαίρι, είμαστε 70 με 80 άτομα εργάτες. Δουλεύαμε με συνεργεία, π.χ. 3–4 άτομα ήταν κασματζήδες. Ο πρώτος ειδικός ήμουν εγώ στην ανασκαφή, μετά με έκαναν και αρχιεργάτη, διότι όλα τα έβγαζα με μεγάλη προσοχή. Άλλοι χτυπούσαν χωρίς να προσέχουν, ενώ εγώ έβγαζα το κάθε πράγμα ατόφιο. Ο Λέμαν με αγαπούσε πάρα πολύ για τούτον το λόγο.

Θα σας πω, ας πούμε, πώς έβγαλα ολόκληρη μια αυθεντική Νίκη που βρισκόταν μαζί με άλλη μία στο ναό όπου τελούντο τα Καβείρεια Μυστήρια. Δύο μήνες τη χάιδευα για τη βγάλω ολόκληρη. Η μία έμεινε στο Μουσείο μας, εδώ στη Σαμοθράκη, και η άλλη βρίσκεται στην Αυστρία. Τα δύο αυτά αγάλματα, όπως είχε πέσει ο ναός, είχαν πέσει κι αυτά και δεν μπορούσαν τα ξεχωρίσουν. Καθαρίζαμε με πανιά, με σκούπες, με τα χέρια και τελικά γυρίσαμε το άγαλμα και ήταν η μικρή Νίκη. Στο Θέατρο το άγαλμα ήταν από πάνω του. Υπήρχε μια δεξαμενή, στέρνα, γεμάτη με νερό και στη μέση μια βάρκα με μάρμαρο παριανό και πάνω της η Νίκη, επίσης από παριανό μάρμαρο. Με τους σεισμούς έπεσαν αυτά και γω βρήκα την παλάμη της θεάς με τρία δάκτυλα καλά και τα άλλα 
κομμένα. Την παλάμη την πήραν κι αυτή οι Γάλλοι, γιατί ανήκε στη Νίκη της Σαμοθράκης που είχαν πάρει, και σ' αντάλλαγμα μας έδωσαν δύο βάσεις με κάτι κοπέλες που χορεύουν.


Ακούστε τώρα, πώς πήραν τη Νίκη οι Γάλλοι το 1863. Ο τόπος τότε ήταν δάσος — επί Τούρκων —
Υπήρχε και δεύτερη Νίκη, αλλά όπως ήταν πεσμένη οι Γάλλοι δεν την πρόσεξαν, αλλιώς θα ήταν παρμένη κι αυτή. Εγώ τη βρήκα ανάσκελα. Ο Λέμαν με καλούσε κι έλεγε: «Ο Μίμης (δηλαδή εγώ) θα βγάλει ό,τι άγαλμα χτυπάει κασματζής».
Τα χρυσά που υπάρχουν στο Μουσείο μας τα 'βγαλα εγώ όλα, εγώ τα 'φερα. Όταν τον ανοίγαμε, ήταν ένα πράγμα, έλεγες, οικογενειακός τάφος, με κεραμίδες, πλάκες, χτισμένος και ο σκελετός ήταν άθικτος. Όταν ήταν γυναίκα, έβλεπες τα σκουλαρίκια στο κεφάλι και στ' αυτιά, περιδέραια και γύρω γύρω μπουκαλάκια και πήλινα και γυάλινα. Εγώ ρωτούσα τις κοπέλες (μαζί με κάθε κασματζή βρισκότανε και μια κοπέλα, Αμερικανίδα φοιτήτρια), και μου είπαν ότι στα γυάλινα βάζαν αρώματα και στα πήλινα τα δάκρυα.
Σαν εργάτης στις ανασκαφές δούλεψα πολλά χρόνια, μετά με προσλάβανε σαν φύλακα, το 1960–61, και δούλευα πάλι στις ανασκαφές, το ίδιο. Ήμουν αρχιεργάτης. Ο Λέμαν ήταν Γερμανοεβραίος,
Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία στο γραφείο του Μουσείου όπου βρισκόμαστε και οι δυο, εγώ όπως δούλευα σκυφτός ένα πιθάρι που είχαμε ανοίξει μ' ένα μαχαιράκι κι ένα ξυλάκι, κι αυτός στεκόταν από πάνω μου με τ' αρεπούμπλικο και την πίπα που τραβούσε κι ένα καπέλο, και μας έβγαλαν φωτογραφία έτσι. Μια μέρα ο νέος προϊστάμενος με καλεί και μου δείχνει τη φωτογραφία. « Αυτόν τον γνωρίζεις;» Εγώ μ' ένα καπέλο άσπρο από κείνα τα καλοκαιρινά κι ο μακαρίτης με το αρεπούμπλικο. Ήθελε να τα βγάζουμε ατόφια. Εγώ είχα πάρει τα κόλπα. Είχα ένα μικρό κασμαδάκι, ένα σκουπάκι μικρό, ένα ξύλινο σουβλί κι ένα μαχαίρι και σιγά σιγά, σιγά σιγά, το 'φερνα κι έβγαινε μοναχό, να μη σπάει ούτε ένα κομματάκι. Το είχα συμπαθήσει πάρα πολύ αυτό το πράγμα και τ' αγάπησα γιατί έπαιρνα λεφτά. Μ' άρεζε η δουλειά. Κάθε Σάββατο μας πλήρωναν τάγκα. Εβδομήντα ογδόντα εργάτες μπαίναμε στη γραμμή, αυτός καθόταν στο τραπέζι με έναν επιστάτη και παίρναμε τα λεφτά και μας έλεγε κι ευχαριστώ.
Ο Λέμαν έμεινε πάνω από 20–30 χρόνια. Αυτός τα 'κανε όλα τα Μουσεία. Επί Χούντας, αυτοί οι 
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ήταν πολύ καλός άνθρωπος αλλά βάρδα μη σ' έπαιρνε στο κακό. Εγώ πρόσεχα. Όταν βάλανε τις βιτρίνες με τα χρυσαφικά στο Μουσείο, δεν μπορούσαν ν' ανοίξουν τις βιτρίνες κανένας. Πώς πήρα πάλι το κόλπο αυτό και τις άνοιγα και ο Λέμαν δεν έβαζε κανέναν έξω από μένα. Ούτε κι ο ίδιος μπορούσε. «Έλα δω, Μίμη!»
Αμερικάνοι ήταν τ' αφεντικά.
Είχε και κάτι προδότες, σπιούνοι που λένε, οι αστυνομικοί χτυπούσαν κιόλας, και τον επιστάτη τον προδώσαν ότι ήταν κομμουνιστής. Κατεβαίνει ένας διοικητής, λέει τι συμβαίνει, αυτό κι αυτό, πάει στον επιστάτη του Λέμαν. « Ποιος τα είπε;» Εδώ είναι, τον φωνάζ' και σαν τον είδε ο Λέμαν, του λέει: «Ποιος είσθε εσείς κύριε;» «Ο διοικητής της Αστυνομίας». «Δεν σε γνωρίζω ποιος είσαι. Εγώ θα μιλήσω στον Υπουργό Εξωτερικών για σένα». Την άλλη μέρα έφυγε, καπούτ, δεν πρόλαβε να πάρει ούτε το σακάκι του, τ' άφησε κρεμασμένο.
Θα σας πω και άλλο ένα. Ο Λέμαν για ν' ανοίξει τι βιτρίνα με φώναζε εμένα, την ανοίγαμε, σήκωνα το καπάκι και κείνη τη στιγμή παρουσιάζεται ο βουλευτής μας και ο άρχοντας της Σαμοθράκης ο Δημητριάδης και πλησιάζουν. Ο Λέμαν έβαλε τις φωνές. «Τι θέλετε εδώ, στη δουλειά μας;» Έφυγαν απ' το παράθυρο, δεν έβγαλαν μιλιά. Εμένα μ' έπιασε ένα νευρικό γέλιο. Ο Λέμαν δεν ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που κοίταζαν από πάνω μας. «Δε μ' ενδιαφέρει!» Μετά τον έπιασαν κι αυτόν τα γέλια.
Έκανα δύο παιδιά. Τον Απόστολο, που σπούδασε παιδαγωγικά στη Γερμανία και τώρα δουλεύει κι αυτός διοικητικός στο Μουσείο, και τον Παναγιώτη, που έχει το ταξί. Πέρασα πολλή ζωή με αυτούς τσ' ανθρώπ'.

Όταν πήγαινα στο κυνήγι μ' έναν φίλο, εγώ ό,τι πατούσα έπρεπε να το δω μήπως είναι αρχαίο. Στις Κουμαριές μέσα, ασπρίζει ένα κομματάκι. Κάνω πίσω και βλέπω ότι ήταν μια αρχαία εκκλησία μέσα στις κουμαριές και ήταν πεσμένο ένα τετράγωνο μεγάλο μάρμαρο. Δεν του μίλησα του άλλου, σκύβω, βλέπω γράμματα πέρα, πέρα, πέρα. Κατεβήκαμε, ήρθε ένας νεαρός προϊστάμενος και του λέω κάπου είδα κάτι, θέλεις να πάμε; Είμαστε νέοι τότε. Βγήκαμε με τα πόδια στους Καριώτες σ' ένα ξενοδοχείο μέσα στα πλατάνια και καθαρίσαμε το μάρμαρο καλά.
«Μπράβο ρε Μίμη!» λέει «Πώς το πρόσεξες; Είναι πολύ σπουδαίο αυτό». Μετά το γυρίσαμε, το καθαρίσαμε, πήραμε αποτυπώματα, και, και, και...
«Πώς το είδες;»
Έχουν φώσφορο τα μάτια μου απ' τα ψάρια που τρώω.

Ήταν κι άλλοι φύλακοι, αλλά σαν εμένα όχι.
Έχω βρει εκκλησίες αρχαίες, βυζαντινές, πιθάρια με χρυσά, όλα απ' το κυνήγι, γυρνούσα συνέχεια και έψαχνα και για τ' άλλο.
Είχα κι ένα κυνηγόσκυλο το Λέων. Αυτός ήταν πολύ καλός στο κυνήγι, πολύ άξιος. Αλλά και στις ανασκαφές συνέχεια τριγύριζε, στα πηγαδέλια, στις τρύπες που ανοίγαμε και μας έβλεπε να σκάβουμε και να ξεχώνουμε. Πολύ έξυπνο σκυλί. Μια μέρα, για να μου δείξει ότι κι αυτός μπορεί να πάρει μέρος σ' αυτά, πιάνει λοιπόν ο Λέων κι αρχίζει να σκάβει με τα νύχια του το χώμα, βρίσκει μια μεγαλούτσικη πέτρα, με μεγάλο κόπο την πιάνει με το μουσούδι και μου τη φέρνει να την απιθώσει στα πόδια μου. Είχε βρει κι αυτός κάτι σημαντικό, έστω κι αν η πέτρα ήταν κοινή και όχι αρχαία! Πολύ έξυπνο σκυλί κι αφοσιωμένο.
Τριάντα εφτά χρόνια ήμουνα στο Μουσείο, τώρα είμαι στη σύνταξη, αλλά εκείνα τα χρόνια είμαστε μόνο δύο φύλακες, τα κάναμε όλα. Κατέβαινα κάθε μέρα από τη Χώρα στο Μουσείο με τα πόδια, χειμώνα καλοκαίρι. Από τη μέρα που πήγα στο Μουσείο μέχρι που έφυγα, μια μουτζούρα δεν μου κάνανε στα χαρτιά. Έφυγα καθαρός, λευκός. Τα λεφτά που έπαιρνα τα σεβόμουν. Δεν έλεγες σήμερα χιονίζει, δεν θα πάω γιατί χιονίζει.
και ο Γάλλος ο Πρόξενος το έμαθε και πήρε 40 εργάτες και πήγε συστημένος στο άγαλμα, καθαρίσανε όλα τα κλαδιά. Ο πρώτος που πήρε το σκαπάνι χτύπησε, χτυπάει πάνω στο άγαλμα. Αρχινάει τις φωνές: «Ελάτε, μια γυναίκα με στήθια». Πλακώσανε όλοι και το έκαναν τέσσερα κομμάτια. Το κατεβάσανε στην Αγία Παρασκευή, πήραν ένα καΐκι, το φορτώσανε και έχε γεια, το πήγαν στο Λούβρο. Πάντως, πρέπει να πούμε ότι μια φορά που είχαν πάει Σαμοθρακίτες στο Λούβρο να δουν τη Νίκη και είπαν από πού είναι, οι Γάλλοι δεν τους πήραν εισιτήρια. Στην αυλή του Μουσείου, που έχτισαν οι Αμερικάνοι με πέτρα, υπάρχει ένας τάφος και κάτι μάρμαρα από τη βάρκα, δηλαδή η βάση του αγάλματος που δεν την πήραν και τη φέραμε πίσω εμείς. Αυτές οι βάσεις με σχήμα βάρκας γίνονταν για να τιμήσουν νίκες σε ναυμαχίες.
***
Ο πολύς ο τουρισμός είναι άσ' τα μην τα μιλάς. Πριν γίνουν τα κάμπιγκ που έχουμε εδώ έβλεπες βρωμιές, σύριγγες μέσ' στις κουμαριές. Οι μαλλιάδες που έρχονται δεν τους νοιάζουν και πολύ τ' αρχαία.
Τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα έρχονταν τουριστικά καράβια, 500 άτομα και βγαίνανε με βάρκες στην Παλιάπολη, τσι κουβαλούσαν με τα ζώα στο Μουσείο. Τώρα οι φύλακες είναι 20–25. Εμείς πολλές αβαρίες τραβήξαμε. Εισιτήρια, χάρτες για 500 άτομα και ποτέ δεν έκανα λάθος, δεν είχαμε κομπιούτερ. Τώρα, ορισμένοι του Γυμνασίου και κάνανε όλο λάθια, δίναν παραπάνω ρέστα.
Τώρα η ζωή έχει αλλάξει. Παλιά ο πατέρας μου είχε 200 μελίσσια στη Βουλγαρία, όχι κυψέλες, ξύλινα, βαράδια. Μας τα κλέβανε και τα πέταγαν στο ποτάμι. Παλιότερα τρώγανε πιο αγνές τροφές, πρίμα, ό,τι ήθελες, λάδια, μέλια, όλα χωρίς λιπάσματα, όλα φυσικά. Ο πατέρας μου έβαζε φούρνο κι έβγαζε ψωμί κριθαρένιο και τουλουμοτύρι, μιτσί λέγεται και είχε υπέροχη γεύση. Τώρα όλες οι τροφές είναι με φάρμακα. Ο φούρνος τότε μοσχοβολούσε και τα παξιμάδια.
Τα Καβείρεια
Μια φορά με φωνάζουν στο Μουσείο, ήρθε μια Εισαγγελέας και μου ζήτησε να της πως πώς γίνονταν τα μυστήρια. Στα αγγεία, ορισμένα παριστάνουν πάνω τους πώς γίνονταν οι πράξεις. Τρεις τέσσερες παραστάσεις πώς γινότανε η πράξη. Ήταν ειδικοί: δύο γιατροί τσ' είχαν μία, τσι ταΐζαν, τσι ποτίζαν κρασί, αλλά δεν έβλεπαν τίποτα, σκοτεινά γινόνταν όλα. Μπαίνανε οι γυναίκες στο σκοτάδι και τις αρχινούσαν και οι «μπαγήδες» αυτοί τις κανόνιζαν και μετά έβγαιναν, άναβαν ένα δαυλό αλλά τους ζητούσαν να μην πουν τίποτα (μπαγί είναι το μοσχάρι-επιβήτωρ). Αν έμενε μια γυναίκα στείρα, έκανε οπωσδήποτε παιδί, δεν έφευγε έτσι.
Από τις ικανοποιήσεις που έχω στη δουλειά μου ήταν όταν μια φορά είχε έρθει μια ομάδα από 40–50 καθηγητές, αρχαιολόγοι, και ο μεγάλος προϊστάμενος με κάλεσε και με παρουσίασε και εξέθεσε μπροστά τους την περίπτωσή μου κι όλοι άκουγαν σοβαρά για μένα. Κυρίως θαύμαζαν την υπομονή μου. Φύτευα τον μπακτσέ με το ράμμα, χωριστά οι ντομάτες, τα αγγούρια, όλα πολύ ταχτικά κι όχι ανακατωμένα. Τα 'κανα πολύ καλλιτεχνικά, με σύστημα όπως μου είπε κάποιος φίλος. Κάνω καθαρή δουλειά, δεν μ' αρέσει το τσαπατσούλικο. Με το μάτι βάζω ράμμα. Στο κυνήγι από 19 χρονών, πάντα με προσοχή, δεν έπαθα το παραμικρό, δόξα τω Θεώ, άλλοι, σκοτώθηκαν οι ίδιοι, τα παιδιά τους στο σπίτι με το ντουφέκι γεμάτο. Τα παιδιά μου δεν έβλεπαν το όπλο ή πού έβαζα τις χαρτούτσες. Χτυπούσα πέρδικες βουνίσιες, σαν κότες, λαγούς, τα 'χω γυρίσει όλα αυτά τα βουνά. Αφού λέω ότι τα πόδια μου με πονάνε τώρα, είναι απ' το κρέας των λαγών που έχω φάει.

Μια άλλη φορά ο Έλληνας προϊστάμενος μια μέρα ήθελε να καθαρίσει το χώρο στο αρχαίο νεκροταφείο στην Παλιάπολη. Έδωσε εντολή σε μια μπουλντόζα και μετά έφυγε απ' το νησί, πήγε απέναντι. Η μπουλντόζα με πολύ θόρυβο άρχισε να σκάβει, να βγάζει έξω και ν' ανακατώνει κρανία, σκελετούς, παλιούς τάφους. Εγώ κοιμόμουν στην καλύβα μου εκεί κοντά, την ακούω και πετάγομαι πάνω. Βγαίνω έξω, με μια ματιά βλέπω τι καταστροφές έκανε και ρίχνομαι μπρος της με ανοιχτά τα χέρια.
«Δεν ντρέπεσαι, βρε άσχετε; Τι νομίζεις ότι κάνεις εδώ πέρα; Δε βλέπεις ότι καταστρέφεις το αρχαίο νεκροταφείο;» (Δεν το είχαμε σκάψει ποτέ ακόμα.) Και του πετάω «Αφήστε τους νεκρούς ήσυχους στον τάφο τους!»
Ε, λοιπόν αυτό τον σταμάτησε. Μετά ξανάρθε ο προϊστάμενος, τον πήρα απ' το χέρι μαζί με το βοηθό του «Έλα δω!» Και του έδειξα τι καταστροφή είχαν κάνει. Δεν έβγαλαν κιχ. Ήθελε να ισοπεδώσει και να εκμεταλλευτεί τουριστικά το χώρο, να 'ρχονται τα πούλμαν να παρκάρουν, επειδή ήταν πάνω στο δρόμο. Από τις τύψεις του κατόπιν δημοσίευσε δυο τρεις τάφους από κείνους και είπε ότι οι άλλοι καταστράφηκαν από λάθος του ΟΤΕ, αλλά ήταν αργά, το κακό είχε γίνει. Κι όλα αυτά για το άτιμο το χρήμα.
***
Το ιερό των Μεγάλων Θεών ή Καβείρων στη Σαμοθράκη είναι αφιερωμένο σε θεούς προγενέστερους του Δωδεκαθέου, με πιθανή καταγωγή από την Ανατολή. Υπήρχαν από χιλιετίες πριν. Οι Κάβειροι ήταν τέσσερις: ο Αξιόκερσος, που αντιστοιχεί στον Άδη ή στον Ήλιο ή στον Δία, η Αξιόκερσα, που αντιστοιχεί στην Περσεφόνη, η Αξίερος ή Μεγάλη Μητέρα, που αντιστοιχεί στη Δήμητρα, και ο Καδμίλος (ή Κασμίλος ή Κάδμιλος) ο ιθυφαλλικός, που αντιστοιχεί στον Ερμή. Τα μυστήρια ήταν μια φιλοσοφική διδασκαλία περί ζωής και έρωτος κυρίως, ενώ στα Ελευσίνια ήταν κυρίως περί θανάτου. Εικάζεται ότι πολλές προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου μυήθηκαν στα μυστήρια αυτά. Ο Φίλιππος, που γνώρισε την Ολυμπιάδα εκεί, ο Αλέξανδρος αλλά και ο Ηρόδοτος, ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης (που έχει πολλές αναφορές στις κωμωδίες του), ο Πλάτων, ίσως ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος. Η Σαμοθράκη ανήκει στη σφαίρα επιρροής της Τροίας και φυσικά στον Τρωικό πόλεμο πολέμησαν τους Τρώες. Άλλοι τόποι όπου γίνονταν τα Καβείρεια μυστήρια ήταν η Λήμνος, η Ίμβρος, η Θάσος, άλλα μέρη της Μακεδονίας, η Μικρά Ασία, η Θράκη αλλά και η νοτιότερη Ελλάδα (σε μικρότερο βαθμό) όπως π.χ. η Θήβα και η Μεσσηνία.
Από τη συλλογή διηγημάτων "Αποστολή στην Αμαζονία", εκδόσεις Απόπειρα, 2014.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

pdf

Πίσω στην κορυφή της σελίδας

Grab this Widget